Flappers, Dives , και η λαμπερή εποχή του μεσοπολέμου

Mes chères amies,

Edward Steichen for Vogue, 1934.

Με ιδιαίτερη χαρά, υπερηφάνεια και συγκίνηση  σας παρουσιάζω την υπέροχη, μεγαλειώδη και λαμπερή ιστορία μόδας της δεκαετίας του ΄30, όπου ο κινηματογράφος –ομιλών πλέον- είχε μεγαλύτερη σημασία για τη μόδα απ΄ότι οι διάσημοι couturiers. Μυστηριώδεις ντίβες των ασπρόμαυρων ταινιών, γοήτευαν με τα έντονα gros plans, την ονειρώδη ζωή τους και τα επεισοδιακά σκάνδαλά τους τις ταπεινές πληβείες  της πεζής καθημερινότητας.

Τα απαστράπτοντα αυτά είδωλα, επηρρέαζαν όσο κανένας άλλος, το στυλ των ρούχων, του μακιγιάζ, των χτενισμάτων και γενικότερα της όλης εμφάνισης των γυναικών. Σας αναφέρω επομένως, κάποιες από τις extravagances dives, που οι πιο πολλές ήταν κατασκευάσματα του Hollywood, έτσι ώστε να τις θυμηθούν οι παλιότερες και να τις γνωρίσουν οι νεότερες,δηλαδή, εμείς, πανέμορφές μου. Γιατί, σας το έχω ξαναπεί,δεν γίνεται, δεν γί- νε-ται να σας ενδιαφέρει η μόδα και να μην κατέχετε τη διαδρομή της μέσα από την ιστορία.

Απολαύστε όσο μπορείτε το μεγαλείο και τη χλιδή αυτής της εποχής, γιατί έπεται η δεκαετία του ΄40 με κακουχία, μιζέρια και ανέχεια, που ήδη όμως προετοιμαζόταν οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά από την προηγούμενη δεκαετία.

1930

 

H δεκαετία του 1930 καταργεί ορισμένες επαναστάσεις που σημάδεψαν τη Μόδα την προηγούμενη δεκαετία, δίνοντας παράλληλα μία νέα ώθηση σε άλλα ρεύματα.

Η οικονομική κρίση που βρίσκεται στο απόγειο της το 1932, με 30 εκατομμύρια ανέργους παγκοσμίως, έχει σαν αποτέλεσμα την ιδεολογία που καλλιεργείται από την εθνικιστική και φασιστική προπαγάνδα, η οποία υπόσχεται να εξαφανίσει την υπάρχουσα μιζέρια.

Η γυναίκα, μέσα σ’αυτά τα πλαίσια,παίρνει τον κλασσικό της ρόλο.Να είναι νοικοκυρά, να ανατρέφει τα παιδιά της, να προσφέρει ένα ευχάριστο θέαμα στις κοσμικές της εμφανίσεις.Το «αγορίστικο» στυλ του 1920 παραχωρεί τη θέση του σε μία παραδοσιακή θηλυκότητα. Η σιλουέτα είναι ψηλόλιγνη με τονισμένη μέση και έντονους ώμους,οι χυτές γραμμές επικρατούν, κυριαρχεί το ξανθό πλατινέ και τα κυματιστά μαλλιά. Για να επιτευχθεί η επιθυμητή σιλουέτα, φοριούνται συχνά ενισχυμένα κορσέ που κάνουν τη φόρμα ακόμη πιο αδύνατη.

Τα βραδυνά φορέματα, σε λευκό χρώμα, κρεπ  Κίνας και σατέν, καλύπτουν τις γάμπες, δημιουργούν ουρά, αλλά αφήνουν όλη την πλάτη έξω.

George Hoyningen-Huene

Edward Steichen 1930

Το ύφασμα είναι κατά βάση λοξά κομμένο, τεχνική του εισάγει η Madeleine Vionnet στην υψηλή ραπτική και η λαιμόκοψη είναι άλλοτε ντραπέ, άλλοτε με βαθιά ντεκολτέ και ανοίγματα.

Madeleine Vionnet

Το ταγιέρ φοριέται την ημέρα, κυρίως το πρωί, σε όλες τις περιστάσεις και αποτελούνται κυρίως από σακάκια που τονίζουν τη μέση και μακριές φούστες η και παντελόνια, ενώ τα  καπέλα και τα γάντια γίνονται απαραίτητα στοιχεία της γυναικείας γκαρνταρόμπας.

Merlene Dietrich 1933, Photo by Bert Hardy

Οι γούνες, στην κορυφή της μόδας, παραλλάσσονται σε διάφορα χρώματα. Η χρυσαφένια αλεπού είναι η πιο αγαπητή στα μέσα της δεκαετίας αλλά και τα παλτό έχουν γούνινους γιακάδες.

Το μαύρισμα γίνεται μανία, τα μονοκόμματα μαγιό με βαθιά ανοιχτή πλάτη συναρπάζουν, ενώ τα γυαλιά ηλίου είναι το απόλυτο αξεσουάρ.

Από τη δεκαετία του 1920, ο κινηματογράφος αποτελεί σημαντικό μέσο της Μόδας. Η εισαγωγή του ομιλούντος κινηματογράφου στο τέλος της δεκαετίας σημαδεύει μία πραγματική επανάσταση. Οι ήρωες γίνονται πιο φυσικοί και μπορούν να παρασύρουν τους θεατές σε έναν κόσμο όπου η φαντασία μοιάζει να συναντά την πραγματικότητα –μεγάλη διαφορά σε σχέση με αυτό που μπορούσε να κάνει ο βωβός κινηματογράφος. Ο κινηματογράφος δεν αρκείται στο να δείξει τη Μόδα, τη δημιουργεί.

Oι γυναίκες θέλουν να είναι  λαμπερές, όπως οι αγαπημένες τους πρωταγωνίστριες. Βγαλμένα έντονα φρύδια, ψεύτικες βλεφαρίδες και κόκκινα νύχια χαρακτηρίζουν τις ντίβες του ΄30.

Greta Garbo

Η Γκρέτα Γκάρμπο, πραγματικό όνομα Greta Lovisa Gustafsson( 1905 – 1990), ήταν διάσημη Σουηδο-Αμερικανίδα ηθοποιός του κινηματογράφου κατά τη διάρκεια της εποχής του βωβού κινηματογράφου και μέρους της Χρυσής εποχής του Χόλιγουντ.

Η Γκάρμπο θεωρείται μια από τις μεγαλύτερες αλλά και πιο μυστηριώδεις ηθοποιούς της Metro-Goldwyn-Mayer αλλά και του Χόλιγουντ γενικότερα. Συνολικά πρωταγωνίστησε σε 31 ταινίες, με πρώτη ομιλούσα την Άννα Κρίστι (1930). Προτάθηκε 4 φορές για το βραβείο Όσκαρ ερμηνείας Α’ γυναικείου ρόλου αλλά ποτέ δεν το κατέκτησε. Αντίθετα της απονεμήθηκε το 1955 τιμητικό Όσκαρ για τις αξέχαστες ερμηνείες της, η ίδια όμως δεν παρευρέθηκε αυτοπροσώπως για να το παραλάβει.

Marlene Dietrich

Η Μαρλέν Ντίτριχ (1901 – 1992) ήταν Γερμανίδα ηθοποιός του κινηματογράφου.Το 1930 έπαιξε στην ταινία που της χάρισε διεθνή φήμη: Γαλάζιος Άγγελος (Der blaue Engel). Μετά πρωταγωνίστησε στις ταινίες: Μαρόκο (Morocco, 1930,Σαγκάη Εξπρές (Shanghai Express, 1932), Η τραγική τσαρίνα (The Scarlet Empress).Η Ντίτριχ καθιέρωσε στον κινηματογράφο της εποχής τον τύπο της μοιραίας γυναίκας και υπήρξε το ίνδαλμα εκατομμυρίων γυναικών.

Mae West

H Mary Jane West (1893 – 1980), γνωστή ως Mae West, ήταν  Αμερικανίδα ηθοποιός, θεατρικός συγγραφέας, σεναριογράφος και σύμβολο του σεξ με καριέρα  που διήρκεσε επτά δεκαετίες.

Γνωστή σε βαριετέ και στη σκηνή της Νέας Υόρκης πριν μετακομίσει στο Χόλιγουντ για να γίνει ένας κωμικός, ηθοποιός και συγγραφέας στο χώρο της κινηματογραφικής βιομηχανίας .Μία από τα πιο αμφιλεγόμενες αστέρες του κινηματογράφου της εποχής της,η  Mae West  αντιμετώπισε πολλά προβλήματα, συμπεριλαμβανομένης της λογοκρισίας.Τα αποφθέγματα  της είναι διάσημα:

Πιστόλι είναι αυτό στην τσέπη σου ή η χαρά σου που με βλέπεις;

Έγραψα το σενάριο μόνη μου. Πρόκειται για μια κοπέλα που έχασε την τιμή της και δεν της έλειψε ποτέ.

Το μυαλό είναι μεγάλο προσόν αν το κρύβεις.

Όταν είμαι καλή, είμαι πολύ-πολύ καλή. Όταν είμαι κακιά, είμαι καλύτερη.

Ζεις μονάχα μια φορά, αλλά αν το κάνεις σωστά, μια φορά είναι αρκετή.

Μεταξύ δύο κακών, διαλέγω πάντα αυτό που δεν έχω δοκιμάσει.

Constance Bennet

Η Constance Bennett Campbell (1904 – 1965) ήταν Αμερικανίδα ηθοποιός,που με την έλευση του ομιλούντος κινηματογράφου (1929), με τα λεπτά ξανθά χαρακτηριστικά της και το  λαμπερό στυλ της, γρήγορα έγινε ένα δημοφιλές αστέρι του κινηματογράφου .

 

 Joan Crawford

Η Joan Crawford (1905 – 1977), γεννήθηκε ως Lucille Fay  LeSueur, ήταν Αμερικανίδα ηθοποιός στον κινηματογράφο, την τηλεόραση και το θέατρο.

Ξεκινώντας ως χορεύτρια σε θιάσους πριν κάνει το ντεμπούτο της στο Broadway , η Crawford υπέγραψε μια σύμβαση ταινιών με την Metro-Goldwyn-Mayer το 1925. Στη δεκαετία του 1930, η φήμη της Crawford συναγωνίστηκε συναδέλφους όπως η Norma Shearer και η Greta Garbo.Η Crawford έπαιξε συχνά σκληρά νεαρές γυναίκες που βρίσκουν ρομαντισμό και οικονομική επιτυχία και ήταν μία από τις υψηλότερα αμειβόμενες γυναίκες στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά οι ταινίες της άρχισαν να φθίνουν, μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1930 που ονομάστηκε «box office poison».

Wallis Simpson

Η Wallis, Δούκισσα του Windsor ,προηγουμένως Wallis Simpson και Wallis Spencer, γεννημένη ως Bessie Wallis Warfield ( 1896 – 1986), ήταν Αμερικανίδα socialite, ο τρίτος σύζυγος της οποίας, Prince Edward, δούκας του Windsor, πρώην βασιλιάς Edward VIII του  Ηνωμένου Βασίλειου παραιτήθηκε από το θρόνο του για να την παντρευτεί.

Ο πρώτος γάμος της, με τον  αμερικανό αξιωματικό Spencer κατέληξε σε διαζύγιο. Το 1934, κατά το δεύτερο γάμο της με τον Έρνεστ Simpson , φέρεται να έγινε η ερωμένη του Edward, Πρίγκιπα της Ουαλίας . Δύο χρόνια αργότερα, μετά την ανακήρυξη του Edward ως βασιλιά, η διαζευγμένη Wallis από τον δεύτερο σύζυγό της,δέχεται την πρόταση του για γάμο.

Η επιθυμία του βασιλιά να παντρευτεί μια γυναίκα με δύο πρώην συζύγους που ζουν απείλησε να προκαλέσει συνταγματική κρίση στο Ηνωμένο Βασίλειο και τελικά οδήγησε στην παραίτηση του βασιλιά το Δεκέμβριο του 1936 έτσι ώστε να παντρευτεί «τη γυναίκα που αγαπώ». Μετά από την παραίτηση, ο πρώην βασιλιάς ονομάστηκε Δούκας του Windsor από τον αδελφό του George VI .Ο Edward παντρεύτηκε την Wallis έξι μήνες αργότερα, η οποία έγινε επίσημα γνωστή ως η Δούκισσα του Windsor, χωρίς το στυλ «Her Royal Highness».

 

 Vivien Leigh

Η Vivien Leigh, Lady Olivier (1913 – 1967) ήταν Βρετανίδα ηθοποιός. Κέρδισε το Όσκαρ καλύτερης ηθοποιού για την ερμηνεία της ως Blanche DuBois στο  A Streetcar Named Desire (1951), ένας ρόλος που έπαιξε επίσης στο London’s West End , καθώς και για τον ρόλο της Scarlett O’Hara , μαζί με Clark Gable , στο           Gone with the Wind, δράμα στον Αμερικανικό Εμφύλιο.

Ο τότε σύζυγό της, Laurence  Olivier την σκηνοθέτησε σε αρκετούς από τους ρόλους της. Κατά τη διάρκεια της καριέρας της, έπαιξε ρόλους που κυμαίνονται από τις ηρωίδες του Noel Coward και George Bernard Shaw , σε κλασικούς σαιξπηρικούς  χαρακτήρες όπως Οφηλία , Κλεοπάτρα , Ιουλιέτα και Λαίδη Μάκβεθ .

 

Ginger Rogers

Η Ginger Rogers ,Βιρτζίνια Katherine McMath ,( 1911 – 1995) ήταν Αμερικανίδα ηθοποιός, χορεύτρια, τραγουδίστρια, η οποία εμφανίστηκε στον  κινηματογράφο, στη θεατρική σκηνή,το ραδιόφωνο και την τηλεόραση , σε ένα μεγάλο μέρος του 20ού αιώνα.

Κατά τη διάρκεια της μακράς σταδιοδρομίας της, έκανε συνολικά 73 ταινίες, και ήταν γνωστή ως η παρτενέρ του Fred Astaire σε μια σειρά μουσικών ταινιών που έφεραν  επανάσταση στο είδος. Κέρδισε το βραβείο ‘Οσκαρ καλύτερης ηθοποιού για την ερμηνεία της στο Kitty Foyle  το 1940.

Jean Harlow

Η Jean Harlow (1911 – 1937) ήταν Αμερικανίδα ηθοποιός και σύμβολο του σεξ  της δεκαετίας του 1930 . Γνωστή ως η  ξανθιά βόμβα  η  Platinum Blonde «(λόγω της πλατίνας στα ξανθά  της μαλλιά), η Harlow κατετάγει ως μία από τους μεγαλύτερους αστέρες του κινηματογράφου όλων των εποχών από το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου . Πρωταγωνίστησε σε πολλές ταινίες, κυρίως για να επιδείξει το μαγνητικό σεξαπίλ της και  την έντονη παρουσία της στην οθόνη. Είχε τεράστια δημοτικότητα και εικόνα vamp ,σε αντίθεση με την προσωπική της ζωή, η οποία αμαυρώθηκε από απογοήτευση, τραγωδία, και τελικά τον αιφνίδιο θάνατο της από νεφρική ανεπάρκεια σε ηλικία 26 ετών.

 

Bette Davis

Η Ruth Elizabeth «Bette» Davis (1908 – 1989) -τα περίφημα μάτια- ήταν Αμερικανίδα  ηθοποιός του κινηματογράφου, της τηλεόρασης και του θεάτρου. Οι μεγαλύτερες επιτυχίες της ήταν σε ρομαντικά δράματα.

Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1940, ήταν ένα από τα πιο διάσημες κυρίες του αμερικανικού κινηματογράφου, γνωστό για την έντονη δυναμική και το στυλ της. Η Davis κέρδισε  φήμη ως τελειομανής και ήταν ιδιαίτερα μαχητική σε αντιπαραθέσεις με στελέχη στούντιο, σκηνοθέτες και συμπρωταγωνιστές .

Ηταν η πρώτη γυναίκα πρόεδρος της Ακαδημίας Κινηματογραφικών Τεχνών και Επιστημών . Κέρδισε το Όσκαρ για την καλύτερη ηθοποιό δύο φορές, ήταν το πρώτο πρόσωπο με 10 υποψηφιότητες για Όσκαρ και ήταν η πρώτη γυναίκα που έλαβε βραβείο επιτεύγματος διάρκειας ζωής από το American Film Institute Το 1999, η Davis κατέλαβε τη δεύτερη θέση, μετά την Katharine Hepburn , στη λίστα του American Film Institute για τις μεγαλύτερες γυναίκες αστέρια όλων των εποχών .

Dolores Del Rio

 

Η Dolores del Río (1905 – 1983) ήταν Μεξικανή ηθοποιός ,αστέρι στο Hollywood σε ταινίες κατά τη διάρκεια της εποχής του βωβού κινηματογράφου και στην χρυσή εποχή του Χόλιγουντ . Ήταν μια από τις πιο όμορφες ηθοποιούς της εποχής της και ήταν η πρώτη σταρ του σινεμά της Λατινικής Αμερικής με διεθνή επιτυχία που τελικά έγινε δημοφιλής ηθοποιός και σε ταινίες του Μεξικού .

Στην εποχή του βωβού κινηματογράφου,η Dolores del Río θεωρήθηκε ένα θηλυκό αντίστοιχο του Rudolph Valentino . Η σταδιοδρομία της ήκμασε μέχρι το τέλος της εποχής του βωβού, με επιτυχία σε ταινίες όπως Ανάσταση (1927), Ramona (1928) και Evangeline (1929). Με την άφιξη των « talkies » στις αρχές της δεκαετίας του τριάντα,η εξωτική εικόνα της είχε αλλάξει ριζικά, αλλά συνέχισε με επιτυχίες όπως Bird of Paradise (1932), Wonder Bar (1934 ) και Ταξίδι στο φόβο (1942).

Όταν η  Dolores  επέστρεψε στο Μεξικό , στην ηλικία των 37,υπό την καθοδήγηση του Emilio Fernández ,έγινε το πιο σημαντικό αστέρι της χρυσή εποχή του κινηματογράφου του Μεξικού . Το 1943 ,η ταινία Μαρία Candelaria  θεωρείται αριστούργημα ακόμα και σήμερα.

Amelia Earhart

Η Αμέλια Μαίρη Έρχαρτ (1897 – αγνοούμενη από το 1937, κηρυχθείσα θανούσα το 1939) ήταν Αμερικανίδα πρωτοπόρος της αεροπορίας, συγγραφέας και υπέρμαχος των δικαιωμάτων των γυναικών.  Η Έρχαρτ ήταν η πρώτη γυναίκα που τιμήθηκε με τον Σταυρό Διακεκριμένης Πτήσης, ως η πρώτη γυναίκα που διέσχισε μόνη της τον Ατλαντικό Ωκεανό.

Σε ηλικία 34 ετών, το πρωί της 20ης Μαΐου 1932, η Έρχαρτ απογειώθηκε από το Χάρμπουρ Γκρέις του Νιουφάουντλαντ, έχοντας μαζί της την τελευταία έκδοση της τοπικής εφημερίδας (με σκοπό να αποδείξει την ημερομηνία της πτήσης μέσω της ημερομηνίας της εφημερίδας). Μετά από μία πτήση διάρκειας 14 ωρών και 56 λεπτών, στη διάρκεια της οποίας αντιμετώπισε δυνατούς βόρειους ανέμους, συνθήκες παγετού και μηχανικά προβλήματα, η Αμέλια προσγειώθηκε σε ένα βοσκοτόπι στο Κάλμορ βόρεια του Ντέρι της Βόρειας Ιρλανδίας. Όταν ένας εργάτης του αγροκτήματος τη ρώτησε «Πέταξες από μακριά;» η Αμέλια απάντησε «Από την Αμερική». Το σημείο προσγείωσης της είναι σήμερα έδρα ενός μικρού μουσείου του Κέντρου Αμέλια Έρχαρτ.

Έκανε πολλά ρεκόρ, έγραψε βιβλία για τις εμπειρίες της στους αιθέρες, τα οποία γνώρισαν μεγάλη εμπορική επιτυχία, και συνέβαλε στη δημιουργία της οργάνωσης The Ninety-Nines, μίας οργάνωσης για τις γυναίκες πιλότους.

Η Αμέλια Έρχαρτ εξαφανίστηκε πάνω από τον κεντρικό Ειρηνικό ωκεανό, κοντά στη νήσο Χάουλαντ, κατά τη διάρκεια της προσπάθειάς της να κάνει τον γύρο της Γης, το 1937. Η ζωή της, η σταδιοδρομία και η εξαφάνισή της συνεχίζουν όμως μέχρι σήμερα να προσελκύουν το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης.

Leni Riefenstahl

Η Helene Bertha ,»Λένι» Ρίφενσταλ (1902 – 2003) ήταν σκηνοθέτης , ευρέως γνωστή για την αισθητική και τις καινοτομίες ως κινηματογραφίστρια. Το 1932, η Λένι παρακολούθησε την ομιλία του Χίτλερ στο Συνέδριο της Νυρεμβέργης και εντυπωσιάστηκε από το ταλέντο του ως ομιλητή. Παράλληλα, όμως, έγινε η «θεά του Κινηματογράφου»για τον Φύρερ.

Το 1933 η Ρίφενσταλ γυρίζει την ταινία «Η νίκη της πίστης», στην οποία σκιαγραφείται και ο Ερνστ Ρεμ. Όμως, μετά την Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών και την δολοφονία του Ρεμ, η ταινία προκαλεί πολιτική αμηχανία. Ωστόσο, ο Χίτλερ έχει εντυπωσιαστεί από την Λένι και της ζητά να κινηματογραφήσει το 6ο Συνέδριο του Κόμματος στη Νυρεμβέργη το 1934. Η Ρίφενσταλ γύρισε πράγματι την ταινία, της οποίας τον τίτλο επέλεξε ο ίδιος ο Χίτλερ: «Ο Θρίαμβος της Θέλησης» (Triumph des Willens). Η ταινία γνώρισε τεράστια επιτυχία στην Γερμανία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η ταινία κυκλοφόρησε το 1938 με την ευκαιρία των 49ων γενεθλίων του Χίτλερ. Κυκλοφόρησε και στο εξωτερικό και της προσέδωσε παγκόσμια αναγνώριση. Σε μια προσπάθεια να δώσει αίγλη στην ταινία – και στην καριέρα της – επισκέφθηκε τις ΗΠΑ, όπου έφθασε πέντε μόλις ημέρες πριν την Νύχτα των Κρυστάλλων. Όταν τα γεγονότα αυτά έγιναν γνωστά στις ΗΠΑ, η Ρίφενσταλ έκανε δηλώσεις, διακηρύσσοντας ότι «ο Χίτλερ δεν είναι υπεύθυνος γι’ αυτά» .

Ακολουθεί νέα πρόσκληση του Χίτλερ, για την κινηματογράφηση των Ολυμπιακών αγώνων του Βερολίνου το 1936. Η Ρίφενσταλ δέχεται και επισκέπτεται την Ελλάδα για να φωτογραφήσει την Αρχαία Ολυμπία. Στο έργο αυτό την βοηθά η διάσημη Ελληνίδα φωτογράφος Έλλη Σουγιουλτζόγλου-Σεραϊδάρη, γνωστή με το ψευδώνυμο «Nelly». Το υλικό που συγκεντρώνεται δημιουργεί την ταινία «Olympia», στην οποία η Λένι χρησιμοποιεί νέες τεχνικές: Ήταν από τους πρώτους που υιοθέτησε την κίνηση της κάμερας πάνω σε ράγες, ώστε να παρακολουθεί τις κινήσεις των αθλητών. Η ταινία θεωρείται ότι άσκησε μεγάλη επιρροή στην σύγχρονη κινηματογράφηση αθλητικών γεγονότων.

Η  Εξέχουσα θέση που είχε η Ρίφενσταλ στο Τρίτο Ράιχ , μαζί με την προσωπική φιλία του με τον Αδόλφο Χίτλερ ανέτρεψε την σταδιοδρομία της μετά την ήττα της Γερμανίας στον Β ‘Παγκόσμιο Πόλεμο , μετά την οποία συνελήφθη, αλλά αφέθηκε ελεύθερη χωρίς καμία επιβάρυνση.

Νέοι σχεδιαστές προστίθενται την δεκαετία του΄30 με εξέχουσα παρουσία την Elsa Schiaparelli για την οποία θα ακολουθήσει ξεχωριστό αφιέρωμα.Ας δούμε όμως τους υπόλοιπους.

Nina Ricci 

‘Nina Ricci’  είναι ένας οίκος μόδας που ιδρύθηκε από την Maria «Nina» Ricci και τον γιο της Robert στο Παρίσι το 1932, και ανήκει στην ισπανική  εταιρία ομορφιάς και της μόδας Puig από το 1998.Η Nina Ricci σχεδίαζε φορέματα, ενώ ο Robert διαχειριζόταν την επιχείρηση και τα οικονομικά. Εργάστηκε με τα υφάσματα απευθείας στο μανεκέν και τα σχέδια της Nina Ricci σύντομα έγιναν γνωστά για την εκλεπτυσμένη, ρομαντική, πάντα θηλυκή αίσθηση που η Μαρία πρόσθετε σε όλες τις συλλογές της.

Nina Ricci, Vogue Italia

Nina Ricci, Vogue Italia

 

Madame Grès

Η Germaine Grès Émilie Krebs (1903-1993), γνωστή ως Alix Barton και αργότερα ως «Madame Grès », ξεκίνησε τον οίκο του σχεδιασμού της κάτω από το όνομα  Grès    στο Παρίσι το 1932.Τυπικά είχε εκπαιδευτεί ως γλύπτρια, και παρήγαγε haute couture σχέδια για μια σειρά από μοντέρνες γυναίκες, συμπεριλαμβανομένων και των Δούκισσας του Ουίνδσορ , Marlene Dietrich , Γκρέτα Γκάρμπο και Dolores del Río. Ο σχεδιασμός της είχε μια κλασική, εκλεπτυσμένη αίσθηση. Ήταν γνωστή ως η τελευταία της υψηλής ραπτικής .

Το έτοιμο ρούχο, τις σειρές pret-a-porter ονόμαζε «πορνεία».

To όνομα Grès    ήταν μερικός αναγραμματισμός του ονόματος του συζύγου της . Ήταν Serge Czerefkov, ένας Ρώσος ζωγράφος, ο οποίος την άφησε λίγο μετά τη δημιουργία του οίκου της. Η Grès    απολάμβανε για χρόνια επιτυχίες, αλλά, μετά η ίδια πούλησε την επιχείρηση στη δεκαετία του 1980 που έκλεισε λίγο αργότερα.

 

Maggy Rouff

Η Maggy Rouff ,- Marguerite Besançon de Wagner- ήταν Γαλλίδα σχεδιάστρια μόδας που γεννήθηκε το 1896 στο Παρίσι , όπου πέθανε το1971. Δημιούργησε το 1929 τον οίκο  της υψηλής ραπτικής Maggy Rouff που διηύθυνε μέχρι το 1948 .

Η Marguerite Wagner άρχισε να εργάζεται ως στυλίστρια στον οίκο μόδας Drecoll. Έγινε διευθύντρια του οίκου κατά τη διάρκεια του 1920 και τον Ιανουάριο του 1929  πήρε τον έλεγχο με τον σύζυγό της και τον μετονόμασε σε Maggy Rouff.. Ο οίκος βρισκόταν στο 136 ,Avenue des Champs-Elysées . Το 1937 ,η Maggy Rouff άνοιξε ένα δεύτερο σαλόνι, στο Λονδίνο , που ήταν αφιερωμένο αποκλειστικά σε ιδιώτες πελάτες.

La Maison Maggy Rouff ήταν ένας από τους μεγάλους οίκους μόδας, από το 1929 μέχρι το κλείσιμό της στο 1979. Η Maggy Rouff που το παρατσούκλι της ήταν»ο αρχιτέκτονας της μόδας» έπαιζε με την ασυμμετρία Η τελειότητα της τεχνικής της, από τις σπουδές της την ιατρική σχολή, κέρδισε το θαυμασμό των συναδέλφων της και εμπορική επιτυχία . Μετά το θάνατό της το 1971,  το Maison Maggy Rouff διαιωνίζει τα καινοτόμα σχέδια και τα πολύχρωμα υφάσματα του. Η ιστορία και ο πλούτος της γκάμας της  Maggy Rouff εξακολουθεί να έχει ισχυρή φήμη στη Γαλλία και στο εξωτερικό.

 

Marcel Rochas

Ο Marcel Rochas γεννήθηκε στο Παρίσι (1902-1955). Άνοιξε τον οίκο του το 1924. Ενθαρρύνθηκε από τον Jean Cocteau, τον Christian Berard και τον Paul Poiret. Ήταν ένα ισχυρός, με επιρροή σχεδιαστής με διεθνή φήμη, ο οποίος δημιούργησε πολλές από τις πιο εξέχουσες τάσεις της μόδας του 20ού αιώνα.

Κατά τη διάρκεια του ’30, ο Rochas άρχισε να δημιουργεί μαύρα και άσπρα φορέματα που περιελάμβαναν άσπρο γιακά. Το 1933, η συλλογή του, χαρακτηρίστηκε από μεγάλους ώμους, ένα στυλ που αποδίδεται γενικά στην Σκιαπαρέλι.Οι πελάτες του ήταν μεταξύ άλλων, τα αστέρια του Χόλυγουντ, όπως η Carole Lombard, και η Marlene Dietrich .Για την ηθοποιό Mae West, ο Marcel Rochas έχει δημιουργήσει μια μαύρη σφήκα-μεσάτο κορσέ του ChantillyΤο 1935 , ο Marcel σχεδίασε σιλουέτες κλεψύδρα και προανήγγειλε τη νέα εμφάνιση του Dior.

Ο Rochas συχνά χρησιμοποίησε με λουλούδια σχεδιασμένα υφάσματα σχεδιασμένα με λουλούδια .Προώθησε το τριών τετάρτων μήκους παλτό και ήταν ένας από τους πρώτους σχεδιαστές που ειδικευόταν σε αξεσουάρ, τα οποία πουλούσε από την μπουτίκ στο σαλόνι του.

                                                  1936, A World of Fashion, fashion, hair, jewelry, Marcel Rochas, portrait, Simone Simon.Tamara de Lempicka 1931

 

 Main Rousseau Bocher  Mainbocher

 Mainbocher είναι μια ετικέτα μόδας που ιδρύθηκε από τον αμερικανό μόδιστρο Rousseau Bocher (1890 – 1976), επίσης γνωστό ως Mainbocher. Ιδρύθηκε το 1929, ο οίκος του Mainbocher και λειτούργησε επιτυχώς στο Παρίσι (1929-1939) και στη συνέχεια στη Νέα Υόρκη (1940-1971) .  Ο Mainbocher  ήταν από το Σικάγο , όπου σπούδασε τέχνη στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο και στην  Ακαδημία Καλών Τεχνών .

Εμεινε στο Παρίσι μετά τον πόλεμο και εργαζόταν ως εικονογράφος μόδας για το Bazaar Harper  , ως συντάκτης μόδας για την Vogue (1922-1929), και τελικά έγινε ο editor-in-chief της γαλλικής έκδοσης  της Vogue , στις αρχές του 1927.Η απόφαση του Mainbocher να γίνει couturier γεννήθηκε μέσα από τα χρόνια που ήταν συντάκτης στο Vogue όταν συνειδητοποίησε ότι η κριτική του ματιά και η αίσθηση που είχε για τη μόδα, μπορεί να του χρησίμευαν στο να δημιουργήσει.

Το 1929, ίδρυσε το δικό του οίκο μόδας, που είχε συσταθεί ως «Mainbocher Couture,» στο 12, Avenue George V στο Παρίσι.

.Ο Mainbocher σχεδίασε ακριβά, κομψά haute couture φορέματα για μια αποκλειστική πελατεία που περιλαμβάνονταν συντάκτριες μόδας όπως οι  Bettina Ballard,  Diana Vreeland ,κυρίες με τίτλους όπως οι Lady Abdy, Baronne de Rothschild, και  αστέρια όπως η Μαίρη Πίκφορντ , η Constance Bennett και η Claudette Colbert .

Σχεδίασε ένα μεγάλο μέρος της γκαρνταρόμπας της  Wallis Simpson, ονομάζοντας ένα χρώμα “Wallis bleu” ειδικά γι’ αυτήν . Το 1937, σχεδίασε και το νυφικό και τα προικιά του γάμου της με τον πρώην Edward VIII (τον Δούκα του Windsor).

Ακριβώς όπως αργότερα  το New Look, το Corset Mainbocher, άλλαξε ριζικά την απροσδιόριστη σιλουέτα του Μεσοπολέμου. Αυτή η αλλαγή, που συνδέεται με τη φήμη των ρούχων για τη δούκισσα του Windsor , ήταν η αρχή μιας νέας φάσης στη μόδα, που τελικά επηρρέασε την Coco Chanel στα κοντά κομμένα, σακάκια και φούστες

Ο κορσές ,που στην  τελευταία παριζιάνικη συλλογή Mainbocher αποθανάτισε το 1939 ένας από τους πιο διάσημους στη φωτογραφία, ο Horst , είναι γνωστός ως ο Corset Mainbocher .Ο κορσές η ίδιος, που αναφέρεται στο Town and Country ως ένα από τα μεγάλα γεγονότα του 1939, προκάλεσε σάλο στη Γαλλία και εισήγαγε το βικτοριανό μοτίβο που έχει εισχωρήσει σε όλη τη δεκαετία του ’40.

Corset by Mainbocher, photographed by Horst P. Horst for Vogue, 1939

Mainbocher 1932

Wallis Simpson’s wedding dress 1937

Edward Molyneux

Copyright The Estate of James Abbe.

O Edward Molyneux γεννήθηκε το 1891 στο Hampstead του Λονδίνου. Ξεκίνησε την καριέρα του ως ελεύθερος επαγγελματίας σκιτσογράφος. Αφού υπηρέτησε ως καπετάνιος στο Βρετανικό στρατό στον Α Παγκόσμιο Πόλεμο, ο  Molyneux άνοιξε τον δικό του οίκο στο Παρίσι, στη Γαλλία.

Από το 1925,o Molyneaux είχε υποκαταστήματα σε Μόντε Κάρλο, Κάννες, το 1927, και Λονδίνο το 1932. Το 1939, μετακόμισε την επιχείρησή του στο Λονδίνο, λόγω του πολέμου, μέχρι το 1946 όταν επέστρεψε στο Παρίσι. Ο Molyneaux είναι γνωστός για το έργο του στη δεκαετία του 1920 και του 1930 .Η φήμη του ήταν για την καθαρότητα της γραμμής και της κοπής των κοστουμιών του,για τις πλισέ φούστες και τα διακριτικά του σύνολα.. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930, προώθησε το «μικρό μαύρο φόρεμα», τα ρούχα εμπνευσμένα από την Ανατολή με μπαμπού μοτίβα, και τα λοξά κομμένα φορέματα.

Ο Pierre Balmain και ο Marc Bohan είναι μεταξύ εκείνων που εργάστηκαν γι ‘αυτόν. Τα σχέδια του Molyneux δεν είχαν περιττή διακόσμηση, και είχαν θεωρηθεί ως συντηρητικά. Τα σχέδιά του χαρακτηρίζονταν ως «ναοί του απλού και του κομψού» από τον Pierre Balmain. Από το τέλος της δεκαετίας του 1930, πειραματίστηκε περιορίζοντας τη μέση. Αυτό, που αργότερα ο Dior ονόμασε New Look .Το στυλ του φορέματος  που αποδίδεται γενικά στον Christian Dior, ο οποίος το 1947, εισήγαγε την Corolle γραμμή, η οποία έγινε γνωστή ως η νέα εμφάνιση. Παρά το γεγονός ότι άλλοι σχεδιαστές, Balenciaga, Balmain και Fath, είχαν ήδη εργαστεί προς αυτή τη μορφή από το 1939, οι προσπάθειές τους είχαν διακοπεί από το ξέσπασμα του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου.

Δύο χρόνια μετά τον πόλεμο ο Dior δημιούργησε μια διεθνή αίσθηση. Το New Look ήταν το ακριβώς αντίθετο του μίζερου ,του οικονομικού ενδύματος που προσαρμοζόταν από το δελτίο. Η νέα εμφάνιση προκάλεσε διαμάχη όλο τον δυτικό κόσμο. Παρά το γεγονός ότι πολλές γυναίκες ενθουσιάστηκαν, άλλοι αντέδρασαν εναντίον του, εκφράζοντας τη λύπη τους οτι αυτό ήταν υπερβολή. Το New Look συνεχίστηκε με διάφορες μορφές μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1950.

Από το 1946-1949, ο Molyneux αποτόλμησε γούνες, αρώματα, εσώρουχα, και γυναικεία καπέλα.. Το 1950 έδωσε την επιχείρησή του στον Jacques Griffe και αποχώρησε.  Ο Molyneux άνοιξε εκ νέου την επιχείρησή του το 1965 με το όνομα Studio Molyneux. Ο οίκος του συνεχίστηκε μέχρι το θάνατό του το 1974 στο Monte Carlo.

Photo by Edward Steichen, 1931

Thalia Barbarova con pantalón pijama en seda estampada de Edward Molyneux. Getty Images

Πανέμορφές μου,την επόμενη φορά, θα μιλήσουμε για το ντανταϊσμό και  το σουρρεαλισμό και θα σας παρουσιάσω τη θεϊκή  Elsa Schiaparelli, την ιδιοφυή σουρρεαλίστρια  σχεδιάστρια (πολλοί από τους πρώιμους σουρρεαλιστές προήλθαν από το προγενέστερο κίνημα του ντανταϊσμού) που τάραξε τα νερά μόδας όταν συνεργάστηκε με τον Σαλβαντόρ Νταλί και που η Chanel  χωρίς τη παραμικρή δυνατότητα να την ανταγωνιστεί, αναφέρονταν σε αυτήν ως «η ιταλίδα  καλλιτέχνις που κάνει ρούχα».

Προς το παρόν, καθισμένη κομψά στη καρέκλα μου,περιμένω υπομονετικά,τον Μπάμπη με το ημιφορτηγό με την  καρότσα, για να πάμε για φαγητό στη ταβέρνα ¨Ο Ρούκουνας¨. Μήπως είμαι overdressed για την περίσταση;

George Hoyningen-Huene 1930

Je vous embrasse très fort,

Bessy.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s